Διαλέξεις 2005
12/5/2020
Skip Navigation Links : Διαλέξεις 2005 : Περίοδος Ιουνίου 2005 : "Η ελευθερία να χάνεις το χρόνο. Προσεγγίσεις του ελεύθερου χρόνου" Αναστασία Στασινοπούλου

"Η ελευθερία να χάνεις το χρόνο. Προσεγγίσεις του ελεύθερου χρόνου" Αναστασία Στασινοπούλου

Το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου στα πλαίσια της καθημερινότητας αποτέλεσε προσωπικό προβληματισμό ως προς τη δημιουργία χώρων στην πόλη, οι οποίοι να λειτουργούν ως «κάψουλες» ελεύθερου χρόνου.

Ο ελεύθερος χρόνος, ως προϊόν του πολιτισμού που γεννιέται με τη βιομηχανική επανάσταση αποτελεί μια μοντέρνα «εφεύρεση» και κατάκτηση.

Οι κοινωνιολογικές θεωρίες του ελεύθερου χρόνου δεν στοιχειοθετούν μια ενιαία κοινωνιολογική προσέγγιση για τον ελεύθερο χρόνο.

Οι προσεγγίσεις που διαμορφώνονται μέχρι το ’50, τοποθετούνται στη σκιά της κοινωνιολογίας της εργασίας. Από το ’60 ο ελεύθερος χρόνος γίνεται ένα σχετικά αυτόνομο κοινωνικό φαινόμενο, με δική του λειτουργικότητα και δυναμική. Από το ’80, οι κοινωνιολόγοι ανεξαρτητοποιούν τον ελεύθερο χρόνο ως αυτόνομο κοινωνικό χρόνο. Η αντιστροφή ανάμεσα στην εργασία και στον ελεύθερο χρόνο είναι ποσοτική και ποιοτική.

Στην έναρξη του 21ου αιώνα διαπιστώνουμε πως τα εργαλεία που υποτίθεται θα μας απελευθέρωναν, μας έχουν δεσμεύσει στην εργασία, παρόλο που στατιστικά οι ώρες εργασίας έχουν μειωθεί. Το βέβαιο είναι ότι ο συστηματοποιημένος και εμπορευματοποιημένος ελεύθερος χρόνος αποδρά από τον αστικό χώρο.

Σήμερα η σωματική συνύπαρξη και ο διάλογος πρόσωπο με πρόσωπο μειώνονται και αντικαθιστώνται από ασώματη επικοινωνία.

Ο ατομικός χρόνος είναι υποκειμενικός και προσωποποιημένος. Ο βαθμός ελευθερίας δίνεται σε αυτόν από το υποκείμενο που τον βιώνει κάθε στιγμή με διαφορετικό τρόπο, ακριβώς γιατί πρωταρχικό ρόλο διαδραματίζει η σκέψη περί «ελευθερίας μέσα στο χρόνο». Η σκέψη είναι ελεύθερη να «διαφύγει» και να απελευθερωθεί όχι μόνο σε ορισμένες «ελεύθερες ώρες», γιατί και αυτό είναι καταπιεστικό και προγραμματικό. Η σκέψη έχει τη δυνατότητα να σμικρύνει ή να μεγεθύνει τη διάρκεια του χρόνου. Αυτό που έχει περισσότερη σημασία είναι η έναρξη στη διαδικασία ελευθερίας.

Η βίωση του χρόνου και η αναγωγή του σε ελεύθερο είναι προσωπική υπόθεση και αφορά στην ποιότητα της ζωής, που επιλέγει κάθε άτομο.

Δεν θα ήταν δυνατόν σήμερα να αναφερόμαστε στην έννοια του «νέου πολιτισμού» του ελεύθερου χρόνου και στην αναγωγή του σε ξεχωριστό κοινωνικό χρόνο, αν δεν είχαν κατακτηθεί ορισμένα βασικά δικαιώματα των εργαζομένων σε προηγούμενες δεκαετίες.

Επεκτείνω την έννοια του ελεύθερου χρόνου πέρα από ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο μη υποχρεώσεων και πέρα από έναν καθορισμένο χώρο και τον εισάγω μέσα σε όλους τους κοινωνικούς χρόνους και χώρους, όχι σαν κατανάλωση ή υποχρέωση προς τον εαυτό μας, αλλά ως το ελεύθερο ενδιάμεσο, κατά τη διάρκεια άλλων δραστηριοτήτων. Σε καμιά περίπτωση δεν αναιρώ τον αυτούσιο ως χρονική διάρκεια ελεύθερο χρόνο, ωστόσο θα μπορούσε ως έννοια να εισχωρήσει (ίσως και ως ενδιάμεσα «διαλείμματα») σε όλους τους κοινωνικούς χρόνους.

Το ενδιάμεσο στην ανθρώπινη συμπεριφορά είναι μια αυθόρμητη, απρόβλεπτη και απρογραμμάτιστη δραστηριότητα του ατόμου, μικρής χρονικής διάρκειας, που μπορεί να λάβει χώρα σε οποιοδήποτε αστικό περιβάλλον και μπορεί να αποτελεί κομμάτι μιας οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας.  Θα μπορούσε να οριστεί και ως τυχαίο συμβάν.

Το ζήτημα της σχόλης δεν αφορά σε έναν κενό χρόνο που πρέπει να γεμίσουμε, περισσότερο συνιστά ζήτημα ελευθερίας μέσα στο χρόνο. Η σχόλη δεν είναι μια συγκεκριμένη χρονική περίοδος, αλλά μια ποιότητα της δραστηριότητας του προσώπου. Είναι περισσότερο τρόπος ζωής, διάθεση του νου και κατάσταση ψυχής. Η ελευθερία στο χρόνο αφορά ουσιαστικά στην έννοια της ελευθερίας της σκέψης. Η σχόλη που ίσως χρειάζονται οι άνθρωποι σήμερα δεν είναι τόσο ο ποσοτικά ελεύθερος χρόνος (που στατιστικά υπάρχει) αλλά ένα ελεύθερο πνεύμα. Το αίτημα δηλαδή για τον ελεύθερο χρόνο είναι να αποκαταστήσουμε την αξία χρήσης του, να τον απελευθερώσουμε ως κενή διάσταση, προκειμένου να τον γεμίσουμε με την ατομική μας ελευθερία.

Η πραγματική αξία χρήσης του χρόνου, εκείνη που η σχόλη προσπαθεί να αποκαταστήσει είναι το «χάσιμό» του. Όταν «χάνουμε το χρόνο» μας, όταν δεν επιχειρούμε να τον μετατρέψουμε σε χρήμα, είναι σαν να τον ανασταίνουμε με τα δικά μας μαγικά (το χάζεμα, την αργοσχολία, τη βραδύτητα). Ο ελεύθερος χρόνος είναι το «ξόδεμα στα χαμένα» και αφορά σε όλη την παιγνιώδη δραστηριότητα.

Επεκτείνοντας την έννοια του ελεύθερου χρόνου πέρα από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μη υποχρεώσεων και πέρα από έναν ορισμένο χώρο τον εισάγω ως ενδιάμεσο διάλειμμα μέσα σε όλους τους κοινωνικούς χρόνους και χώρους σαν το ελεύθερο ενδιάμεσο, κατά τη διάρκεια άλλων δραστηριοτήτων.

Ο ενδιάμεσος χώρος είναι ένα όριο, ένα κενό που μετατρέπεται σε περιοχή και αποτελεί «πεδίο δράσης».

Η σύγχρονη δομή ενσωματώνει έννοιες ενδιάμεσου χωροχρόνου, όπως τη στάση, την απρογραμμάτιστη συνάντηση και την έμφαση στην επικοινωνία.

Έννοιες όπως της πλατείας ή του δρόμου, πολυώροφα αίθρια, εσωτερικά ή εξωτερικά κενά που επιτρέπουν την οπτική επαφή και αντίληψη, αντιστρέφουν τη λογική του λειτουργικού κατακερματισμού, ενοποιούν τα βλέμματα, εισάγουν το διάλειμμα και ενσωματώνουν το απρόβλεπτο. Μικροί χώροι για συναντήσεις, διάδρομοι με εσοχές και γύρω από τα αίθρια υποθάλπτουν τη δυνατότητα διαπροσωπικών σχέσεων και επικοινωνίας, όσο και αν η τεχνολογία αναιρεί τους πραγματικούς τόπους.

Σημασία έχει να σχεδιάζονται οι χώροι ώστε να λειτουργούν παράλληλα με την κύρια χρήση τους και ως παρέκκλιση μιας διαδρομής σε ελεύθερο ενδιάμεσο χρόνο, ως παιχνίδι, ως διάλειμμα δρομολογίου – πραγματικό, ως οπτική ή νοητική εκτροπή, ως στάση εν μέσω κίνησης, ως οπτική διαφυγή του βλέμματος διαμέσου του κενού. Τα σημαντικότερα στοιχεία που προσφέρουν οι ενδιάμεσοι αυτοί χώροι είναι η μη προβλεψιμότητα της ύπαρξής τους, η έκπληξη του βλέμματος και του νου, το απρόβλεπτο γεγονός που παράγεται στον τόπο, η παροδική συνεύρεση ανθρώπων. Συνεπώς η ελευθερία με την οποία προσεγγίζονται οι χώροι αυτοί καθορίζει την ποιότητα της ελευθερίας επιλογής να προσεγγιστούν και την ελευθερία διαχείρισης του ατομικού χρόνου.

 

όπως

η δυναμική του πλήρους

βρίσκεται στο κενό και

καθορίζεται από αυτό,

όπως

η δυναμική των κτισμένων χώρων

βρίσκεται στα άκτιστα μεταξύ τους κενά,

έτσι και

η δυναμική του «γεμάτου» χρόνου

ίσως να βρίσκεται στον «κενό» χρόνο.