DIPLOMA PROJECT
11/25/2020
Skip Navigation Links : DIPLOMA PROJECT : February 2005 : [Not yet translated]

[Not yet translated]

Η διπλωματική εργασία, αφορά στη μελέτη ενός Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης στον κατεστραμμένο ολοκληρωτικά απο τη λατόμηση Λόφο Σελεπίτσαρι. Αν και αυτή η καταστροφή έχει σταματήσει, η ανέγερση του ΚΕΝΤΡΟΥ ΑΡΣΗΣ ΒΑΡΩΝ με τον τρόπο που αυτή υλοποιήθηκε μέσα στον χώρο των νταμαριών - ο οποίος τώρα λειτουργει ως πάρκο - υποδηλώνει την απουσία οποιασδήποτε περιβαλλοντικής συνείδησης και αρχιτεκτονικού προβληματισμού. Έτσι ενώ το νέο κτίριο χωροθετείται και σχεδιάζεται λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα τα δεδομένα της πραγματικότητας αυτή τη στιγμή, δεν είναι φτιαγμένο για να συνυπάρξει με το Κ.Α.Β, είναι μια αντιπρόταση.

Εξ΄ αρχής, η ιδέα που είχε διαμορφωθεί για το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης  ήταν ένα κτίριο ενταγμένο πλήρως στο περιβάλλον, και με έντονο δημόσιο χαρακτήρα. Ένα «ανοικτό» κτίριο που με τους χώρους και την αισθητική του να προάγει την πρωτογενή σχέση του ανθρώπου με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Η καθημερινότητα του κέντρου στο μεγαλύτερο βαθμό θα εκτυλλίσσεται στο ύπαιθρο του πάρκου και ως εκ τούτου το κτίριο  μικρό, και «σβέλτο» στο σχεδιασμό του, αποτελεί τον ελάχιστο στεγασμένο χώρο που απαιτείται. Βασικό εργαλείο για την ένταξη του στο χώρο είναι η αξοιοποίηση του γήινου στοιχείου που κυριαρχεί στο πάρκο, το χώμα, τα βράχια, τα μπαζώματα, τα οποία όλα μαζί στοιχειοθετούν την ιδιόμορφη ατμόσφαιρα του χώρου.

Το κτίριο χωροθετείται στην πλευρά του Κερατσινίου σε μια περιοχή που αποτελεί την μοναδική δίοδο του δήμου από και προς το πάρκο. Συγκεκριμένα στο σημείο που η διαμορφωμένη πλατεια (χωρος παλαιού σπαστηρα) συνορεύει με το διάσελο που σχηματίζουν τα απότομα βράχινα πρανη των νταμαριών

Στη περιοχή αυτή, ανοίγεται ένα δημόσιο πέρασμα, ένα επίμηκες όρυγμα εφαπτομενικά στη ρίζα του βράχου που ενώνει την στάθμη της πλατείας με αυτή της κοιλότητας των νταμαριών, μέσα στο οποίο αναπτύσσεται γραμμικά ο κτιριακός όγκος. Τα προϊόντα εκσκαφής  χρησιμοποιούνται ώστε να δημιουργηθεί ένα «φυσικό» όριο - μπάζωμα - μεταξύ του νέου ορύγματος και εκείνου του δρόμου των αυτοκινήτων. Το αποτέλεσμα είναι μια τοπιακή παρέμβαση η οποία εκφράζεται στον χώρο σαν μια αναταραχή στην τομή του εδάφους, ένα τεχνητό «φαράγγι» μέσα στο οποίο «σφηνώνεται» το κτίριο. Ακριβώς αυτή η επιλογή του σφηνώματος του κτιρίου μέσα στο όρυγμα αποτελεί και την πρωταρχική συνθετική χειρονομία με την οποία υλοποιείται στο χώρο ο συσχετισμός του Κέντρου απέναντι στο τοπίο, στα νταμάρια και στην πόλη.

Η στέγη και οι τοίχοι αντιστήριξης με τη μορφή πτυχώσεων παράγουν τους βασικούς χώρους και τη φόρμα του συγκροτήματος τονίζοντας τον συσχετισμό του με τα κοφτερά βράχια. Ένώ το ανεπίχριστο αδρό μπετόν και το σκληρό δάπεδο απο κυβόλιθο καθιστούν ακόμα πιο έντονο τον χθόνιο χαρακτήρα του.

Το κέντρο, είναι χωρισμένο σε δύο ενότητες με βάση τη λειτουργία. Το κτίριο διοίκησης, και το κτίριο της εκπαίδευσης που περιλαμβάνει: τάξεις, εργαστήρια, αίθουσα υπολογιστών, βιβλιοθήκη και αμφιθέατρο. Η επιλογή της διάσπασης του κτιρίου έγινε αφενός με λειτουργικά κριτήρια και αφετέρου ώστε ανοίγοντας στα δύο, να εγκολπώσει μέσα του τη δημόσια πορεία που οδηγεί στο πάρκο, καθιστώντας την αναπόσπαστο κομμάτι του.Το κτίριο «σφηνωμένο» μέσα στο όρυγμα, δεν ξεπερνά σε ύψος το μπάζωμα παρά μόνο με την έξαρση της φωτιστικής μπούκας του αμφιθεάτρου δηλώνοντας διακριτικά την παρουσία του. Η διακριτικότητα αυτή αναιρείται στην όψη προς την πλατεία. Εκεί τα ύψη είναι μεγαλύτερα και εμφανή, ενώ ο σχεδιασμός με μια γλυπτική, δραματική διάθεση προσδίδει στο κέντρο τον χαρακτήρα της εισόδου στο χώρο των νταμαριών.

Η Εσωτερική οργάνωση του κυρίως κτιρίου βασίστηκε στην ιδέα ενός κεντρικού χώρου κίνησης με ράμπες που αποτελεί την φυσική συνέχεια του δημόσιου περάσματος, ενώ οι εσωτερικοί χώροι χαρακτηριζονται απο μια σταδιακή μείωση του φώτος ξεκινώντας απο τις φωτεινές τάξεις μέχρι τον σπηλαιώδη χώρο του αμφιθεάτρου.