Lectures 2006
12/2/2020
Skip Navigation Links : Lectures 2006 : February : [Not yet translated]

[Not yet translated]

‘‘ Έχεις χαθεί ποτέ σε ξένη χώρα χωρίς να μπορείς να βρεις τον δρόμο σου; Ψάχνεις να δεις πώς θα το καταφέρεις...

Μιλάς αργά τη γλώσσα σου... Δεν πιάνει.. Μιλάς όποια άλλη γλώσσα ξέρεις, κουτσά στραβά... Τίποτα... Μα, αν προσέξεις, ο ξένος δεν ακούει, ούτε κοιτά τα χείλη σου. Μόνο αφουγκράζεται τις αόρατες ζωγραφιές που κάνουν τα χέρια σου στον αέρα και τελικά σου δείχνει τον δρόμο σου, ενίοτε τον σωστό.

 

Η επικοινωνία αφορά μία μεταφορά, ένα κουβάλη­μα. Σαν ένα ψάρεμα από τις πηγές της αντίληψης, των αι­σθήσεων και των πέπλων της μνήμης και ένα μπόλιασμα σε ένα νέο, μοναδικό τοπίο μίας άλλης ψυχής. Υποθέτω ότι n επιτυχία της επικοινωνίας θα μπορούσε να μετρηθεί σε σταγόνες, τις οποίες το σφουγγάρι του αποδέκτη μπό­ρεσε να συλλάβει από τη λίμνη του δημιουργού ενός μη­νύματος, ενός έργου.

Έχω προσέξει - σαν δέκτης - ότι κοντά σε ανθρώπους που έχουν περάσει στην άλλη όχθη, το σφουγγάρι μου γεμί­ζει, όταν αποσυρθεί από την ελικοειδή σφαίρα νέου φλοιού. Χρειάζεται να γλιστρήσει σε μία αυθόρμητη αναζήτηση - άλλοτε απώλεια - νοήματος μέσα από την αντανά­κλαση του συναισθήματος, την επιτυχία αρπαγής ενός βλέμματος σταδιακά, ίσως, την εμπιστοσύνη ενός αγγίγ­ματος. Είναι πλούσια n γλώσσα, αλλά όχι τόσο όσο ένα χρώμα, ένα σχήμα.

 

Όσοι ζούμε με ταξιδιώτες της άλλης όχθης, γνωρίζουμε ότι ίσως να μην μας φέρνουν πάντα μία καρτ ποστάλ από ρομαντικά ηλιοβασιλέματα και σουβενίρ τυλιγμένα σε εντυπωσιακές συσκευασίες. Οι ταξιδιώτες κουβαλούν μία επιστροφή - n απλώς στροφή - από εμπειρίες που δύ­σκολα χωράνε στη γλώσσα που έχουμε συνηθίσει. Η αυθόρμητη τέχνη είναι μία μαρτυρία της σχετικότητας των πραγμάτων που επιμένουν να γαντζώνονται από την αψίδα του ουράνιου τόξου... Όπως ο αυθόρμητος λόγος, μία ξαφνική μπόρα το καλοκαίρι ή το κελάδημα ενός πουλιού σε ένα κλουβί. Ο καθένας μας βλέπει τα πράγ­ματα που άλλοι δεν βλέπουν, δονείται και συγκινείται από αόρατες φιγούρες. Κάποιοι περνούν σε μία τέτοια νέα όραση, την οποία οι υπόλοιποι αναγκαζόμαστε να βαφτί­σουμε φάσμα ψύχωσης (ίσως γιατί τα απλά, νευρωτικά μας καύσιμα δεν μπορούν να οδηγήσουν την αντίληψή μας παραπέρα). Ψύχωση, n σύγχυση του πραγματικού με το φανταστικό, του ονείρου με τον εφιάλτη μήπως; Κάτι σαν μία αναπάντεχη τρισδιάστατη ποίηση να κατα­κλύζει αυτό που κάποιοι ονομάζουν λογικό. Πόσο λάδι και πόσο καμβά μπορεί να γεμίσει n βίαιη επιβίβαση σε ένα τέτοιο ταξίδι;

 

Ίσως τα ερωτήματα που κουβαλά ο θεατής των έργων της άλλης όχθης να πιάστηκαν στη φάκα των αυθόρμη­των καλλιτεχνών, όπως και τα δικά μου... Ίσως n σκέψη να πεδικλώθηκε από συναισθήματα και ιδέες καινούργιες ή μπορεί και πιο γνώριμες απ' ότι θα περίμενε ο ανυπο­ψίαστος θεατής...

Είναι, άραγε, τόσο σημαντική n σύνταξη στη φράση: "Θεέ μου, άσε με να εκφράσω τον εαυτό μου". Τα λό­για του Μιχάλη είναι και αυτά ένας αληθινός καμβάς. Για τον Νίκο, που στόλισε το κλουβάκι του με σχέδια, εί­πε "Ένα άγριο δέντρο που κάνει ήμερο

 

καρπό". Να μία προσέγγιση που αξίζει να συλλάβουν, τόσο οι κριτικοί τέ­χνης όσο και οι κριτικοί ανθρώπων. Τι έμαθαν ο Ernst, ο Klee, ο Kubio για την αξία του αυθόρμητου και του εν­δεχομένως ακορνιζάριστου, που δυσκολεύονται να μά­θουν τόσοι άλλοι; Εάν δεν μάθεις ότι επιτρέπεται να ζω­γραφίσεις έξω από το περιθώριο, έξω από το χαρτί, όπως όταν ήσουνα παιδί, επόμενο είναι να διαβαίνεις τη ζωή κουβαλώντας αυτό το κατάλευκο τετραγωνισμένο περι­θώριο και να το προσέχεις, αγχωμένος μην σου το μου­τζουρώσουν με ιδέες και ανθρώπους πέρα από σένα...

 

Τι έλεγε ο τελευταίος Πικάσο που μας τάραζε όταν ήμα­στάν παιδιά; Ποια μυρωδιά να είχαν τα όνειρα του Van Gogh; Πόσο τραχείς να ήταν οι φόβοι της Claudel και ποια να ήταν n θερμοκρασία μιας ιδέας του Χαλεπά; Σε κάποια από αυτά μου απάντησαν οι ταξιδιώτες της άλ­λης όχθης.

Η Τζοκόντα που είχα δει, μέσα από χιλιάδες διεθνή κεφα­λάκια, στην ασφυκτική αίθουσα του Λούβρου, μου είπε "Τέχνη είναι να μαζεύονται από όλο τον κόσμο για να σε δουν και να σε θαυμάσουν". Η Τζοκόντα του Άγνωστου μαγνήτισε το βλέμμα μου και μου ψιθύρισε "Ξέρω ότι έχεις δει κι εσύ αυτά που σκιάζουν τον κόσμο... Καλά κά­νεις και φοβάσαι, γιατί δεν είναι έτοιμοι ακόμα να σκά­ψουν μέσα από το δέρμα και να ερευνήσουν τι κρύβεται πίσω από τα βλέφαρα". Όσο ήμουν στο δωμάτιο με δια­περνούσε μία ανατριχίλα και ένιωθα ότι όπου και αν πή­γαινα με παρακολουθούσε... μια γεύση από παράνοια...’’

 

Σε αυτό το κείμενο η ψυχολόγος Κουρέα Κατερίνα προσπαθεί με ένα πολύ εύστοχο τρόπο, στείρο από κουραστικές επιστημονικές ορολογίες, να δώσει μια διαφορετική, ενδιαφέρουσα  και συνάμα ευαισθητοποιημένη αντίληψη αυτού που αποκαλούμε ψύχωση ή ψυχωτική διαταραχή. Στην προσπάθεια της αυτή κάνει χρήση της τέχνης ή καλύτερα του ρόλου που κατέχει η τέχνη  ως μέσο έκφρασης των ανθρώπων αυτών, ως μέσο ερμηνείας και αποκωδικοποίησης της σκέψης και συμπεριφοράς τους στην θεραπευτική διαδικασία.

 

Στόχος μας μέσα από αυτή την εργασία είναι να δείξουμε πως πέραν από τις υπόλοιπες τέχνες και η αρχιτεκτονική, η τέχνη που συνδυάζει την αισθητική με την επιστήμη, είναι σε θέση να τεθεί στην υπηρεσία των ανθρώπων αυτών με τον σχεδιασμό ποιοτικών χώρων και κτιρίων για την ψυχική υγεία ικανών να ενθαρρύνουν ή να αποθαρρύνουν  αντίστοιχα, επιθυμητές ή όχι ενέργειες των ατόμων αυτών.